Direkt zum Seiteninhalt

edition metáfrasi - Katerina Karizoni

edition metáfrasi

Katerina Karizoni
Sechs Gedichte
übersetzt von Dirk Uwe Hansen und Jorgos Kartakis


Κατερίνα Καριζώνη

Οι γερασμένες γυναίκες

Βλέπω καμιά φορά
τις γερασμένες γυναίκες
να στέκονται στις πόρτες των πολυκατοικιών.
Φορούν θλιμμένες μάσκες και μιλούν
για εκείνους που γηροκομούν στο σπίτι
και για τους άλλους που πέθαναν από χρόνια
γνωρίζουν σπάνιες αρρώστιες και συνταγές
φάρμακα με δυσκολοπρόφερτα ονόματα.

Λεν πως τα πόδια τους βαδίζουν προς τα πίσω
λεν πως τα μάτια τους βλέπουν μόνο τα χειρότερα
μοιάζουν με παράξενες μέλισσες συμπονετικές
τρυγούνε άγνωστα λουλούδια
που φυτρώνουν στις πληγές τους
τρυγούνε τα χαμένα χρόνια τους
βγάζουν μέλι πικρό και το μοιράζονται
βγάζουν δηλητήρια από τα δάκρυά τους και τα πίνουν
έχουν γκρίζα μαλλιά, δεν είναι πια ωραίες
κάτω απ΄τη γλώσσα κρύβουνε ένα κεντρί
κάτω απ΄τα ρούχα τους ένα κλουβί με καρδερίνα.

Κάτω απ΄τις μάσκες τους κρύβονται τα πρόσωπά μας.

Katerina Karizoni

Die alten Frauen

Manchmal sehe ich
die alten Frauen
wie sie sitzen vor den Mietshäusern.
Sie tragen traurige Masken und reden
über die Alten, die sie pflegen in den Häusern,
und über die anderen, die vor Jahren gestorben sind;
sie kennen seltene Krankheiten und Rezepte,
Medikamente mit Namen, die man kaum aussprechen kann.

Sie sagen, dass ihre Beine nur noch rückwärts gehen können,
sie sagen, dass ihre Augen Böses voraussehen,
sie sind wie seltsame, mitleidige Bienen,
saugen an unbekannten Blumen,
die in ihren Wunden wachsen,
saugen aus ihren verlorenen Tagen
bitteren Honig und verteilen ihn,
saugen Gift aus ihren Tränen und trinken es.
Sie haben kurze graue Haare und sind nicht mehr schön.
Unter der Zunge haben sie einen Stachel versteckt
unter den Kleidern einen Käfig mit einem Zeisig.

Unter ihren Masken verbergen sich unsere Gesichter.


Mπάνιο στην πισίνα

Γέμισε η πισίνα με κολυμβητές
σώματα δυνατά, αξιέραστα
γλίστρησα ανάμεσά τους για ν΄απολαύσω
το σφρίγος, την αρρενωπή ομορφιά
τα γυμνασμένα μπράτσα, τα ρωμαλέα στήθη
-εγώ που μόνο το πνεύμα ήξερα να τιμώ τόσον καιρό-
κι ένιωσα ξαφνικά να εκστασιάζομαι
μπροστά στο κάλλος ενός εφηβικού κορμιού
στη θέα ενός ξανθού αγοριού
που έπιανε τα μαλλιά του μ΄ένα λαστιχάκι
λίγο πριν χαθεί κάτω απ΄τα ήρεμα νερά.


Σκέφτηκα τότε πως θα ήθελα να επιστρέψω
στα καλοκαίρια της σπαταλημένης νιότης μου
στα μισοφωτισμένα δωμάτια
στα περίκλειστα χρόνια μου
να σκίσω μανιφέστα και γραφές
και περισπούδαστα βιβλία
που ετύρβαζαν περί πολλά και τίποτα δεν μου είπαν
καθώς μια απλή επίσκεψη σε πισίνα της πόλης
έφτασε
για να μου φανερώσει
πόσο πολλά χαθήκανε στο μεταξύ
και πόσο λίγο ζήσαμε στ΄αλήθεια.


Schwimmen im Pool

Der Pool ist voll von Schwimmern,
kräftige, anziehende Körper,
ich glitt zwischen ihnen hindurch,
um die Stärke zu genießen, die männliche Schönheit
die trainierten Arme, die muskulösen Brustkörbe
— ich, die ich so lange nur den Geist schätzen
zu können glaubte —
und plötzlich merke ich, dass ich außer mir gerate
vor der Schönheit eines jungen Körpers,
beim Anblick eines blonden Knaben,
der seine Haare zurückgebunden hat,
kurz bevor er in das stille Wasser taucht.

Da dachte ich, wie gern ich zurückkehren würde
zu den Sommern meiner vergeudeten Jugend
in die dämmrigen Zimmer
meiner verschlossenen Jahre,
um die Schriften und Manifeste zu zerreißen,
die ernsten Bücher,
die von vielem handelten und mich weniger lehrten
als ein einfacher Besuch im städtischen Schwimmbad
der erreicht hat,
dass mir klar wird,
wie viel verloren ging in der Zwischenzeit,
und wie wenig wir in Wirklichkeit gelebt haben.


Ο επιμελητής

Ήμουν ένας απλός επιμελητής βιβλίων
δεν έγραψα ποτέ κάτι δικό μου
μόνο εμβόλιμα στα κείμενα των άλλων.
Γνώρισα αποκλειστικά δεύτερους ρόλους
κρυμμένος πίσω από γραμματοσειρές
το όνομά μου ούτε στους κολοφώνες δεν θα βρείτε
κι όμως σκότωσα δράκους αμέτρητους
στους βάλτους των κειμένων
έσωσα ήρωες και πλοκή
ανέσυρα σημασίες, έβαλα τάξη σε λέξεις και σιωπές
φρένο στον θολωμένο νου του συγγραφέα
είμαι αυτός που γνώρισε τα λάθη
τις φοβίες του, είδε τον άνθρωπο
πίσω από το προσωπείο
και το βαρύγδουπο όνομα στο εξώφυλλο.
Ένας κρυφός φανός ήμουν
που φώτιζε τους άλλους
ενώ εγώ έμενα πάντα στο απόλυτο σκοτάδι.


Έχω φυλάξει λοιπόν, ένα σκοινί
για τον καθένα σας.
Φροντίστε τώρα μόνοι σας να βρείτε
τα εκείνα που μοιραία
σας οδήγησαν στα χέρια μου.


Der Lektor

Ich war nur ein einfacher Verlagslektor,
habe selbst nie etwas eigenes geschrieben,
nur Einschübe in den Texten anderer.
Ich spielte stets Nebenrollen,
verborgen hinter den Zeilen,
meinen Name findet ihr nicht einmal im Impressum;
und doch habe ich unzählige Drachen erschlagen
in den Sümpfen der Texte,
habe Helden gerettet und den Plot,
Bedeutungen ans Licht gebracht,
Ordnung geschaffen in den Reihen der Wörter und der Leerzeichen,
ich habe den getrübten Sinn des Autors gebremst,
ich war es, der seine Fehler kannte,
und seine Ängste,
ich habe den Menschen gesehen hinter der Maske
und hinter dem fettgedruckten Namen auf dem Umschlag.
Ich war ein verstecktes Licht,
das andere beleuchtet hat,
während ich selbst in völliger Dunkelheit blieb.

Ich habe übrigens ein Seil bewahrt
für einen jeden von euch.
Kümmert ihr euch selbst
um die verhängnisvollen Fehler,
die euch in meine Hand gebracht haben.


Μικρό βιογραφικό

Η μητέρα μου ήταν ένα δηλητηριώδες μανιτάρι
ο πατέρας μου μια φυλλοβόλα άνοιξη
αδελφή μου μια γαζία σε μια γλάστρα
στο χολ του σπιτιού.
Όταν μεγάλωσα η μαμά με κούρεψε
και άρχισε να με ταΐζει πολύ
για να παχύνω και να γελάει μαζί μου.
Με τα χρόνια δεν χωρούσα πια στο κρεβάτι μου
κι έτσι έφυγα απ΄το σπίτι
γέννησα δυο παιδιά-σκαλιστά
και τα έκρυψα σ΄ένα παλιό λεύκωμα
που το ξεφύλλιζα μέρα νύχτα.
Ο άντρας μου χάθηκε ένα πρωί που έπεσε
μια βροχή από σκουριασμένες καρφίτσες
κι εγώ έκανα την πρώτη μου απόπειρα
να πιω μελάνι και να πεθάνω.
Έτσι άρχισα να φτύνω ποιήματα
και να λερώνω διαρκώς τα χαρτιά
και ακόμα να σχεδιάζω χάρτες με ανοχύρωτες πόλεις
και νεκρούς στρατιώτες στα σύνορα
από έναν παλιό και χαμένο πια χαρτοπόλεμο
ώσπου όλα έγιναν σιγά σιγά σκόνη.


Kurzbiographie

Meine Mutter war ein giftiger Pilz,
mein Vater ein Frühling, der die Blätter abwirft,
meine Schwester eine Akazie in einem Blumentopf
im Hausflur.
Als ich größer wurde, schnitt meine Mutter mir die Haare
und begann, mich reichlich zu füttern,
damit ich dick werde und sie lachen konnte über mich.
Nach einigen Jahren passte ich nicht mehr in mein Bett
und so verließ ich dann mein Zuhause.
Ich brachte zwei ziselierte Kinder zur Welt
und versteckte sie in einem alten Album,
in dem ich Tag und Nacht blätterte.
Mein Mann verschwand eines Morgens,
als es verrostete Stecknadeln regnete,
und ich versuchte das erste Mal,
Tinte zu trinken und mich damit umzubringen.
So begann ich, Gedichte auszuspucken
und das Blatt zu beschmieren,
und dazu noch Karten zu zeichnen mit unbefestigten Städten
und Soldaten an den Grenzen, die gefallen waren
in einem längst vergangenen und verlorenen Papierkrieg,
bis alles nach und nach zu Staub wurde.


Ποιος θα φάει το μήλο

Ο πατέρας καθόταν
κρατώντας ένα μισοδαγκωμένο μήλο
στα τρεμάμενα χέρια του.
Ας πούμε πως το μήλο αυτό είναι η ζωή μου, είπε
αν το φάω ολόκληρο θα πεθάνω
αν δεν το φάω θα συνεχίσω να πεινώ
αν το πετάξω στον κήπο
πιθανόν να φυτρώσει μια μηλιά την επόμενη άνοιξη
αν το μοιραστώ μαζί σου
θα γευτείς κι εσύ την απέραντη θλίψη μου
αν το δώσω σε άλλον θα ξεσπάσουν έριδες
μεταξύ επιγόνων
άλλωστε για ένα μήλο χάσαμε τον Παράδεισο,
γέλασε
και το άφησε στο πιάτο.
Το πιάτο έπεσε ξαφνικά κάτω και ράγισε
έτριξε το πάτωμα, κατρακύλησε το μήλο
αποκαλύφθηκε το σκουλήκι
που φώλιαζε μέσα του.

Φάνηκε η δική του
αναπότρεπτη εκδοχή.  

Wer soll den Apfel essen?

Vater saß da
mit einem angebissenen Apfel
in den zitternden Händen.
Nehmen wir an, dass dieser Apfel mein Leben ist, sagte er;
wenn ich ihn ganz aufesse, sterbe ich,
esse ich ihn nicht, werde ich weiter Hunger haben,
werfe ich ihn in den Garten,
wird dort vielleicht im nächsten Frühjahr ein Apfelbäumchen wachsen,
wenn ich ihn mit dir teile,
wirst auch du meine grenzenlose Traurigkeit spüren,
schenke ich ihn einem anderen, wird es Streit geben
unter den Nachkommen,
schließlich sind wir auch wegen eines Apfels aus dem
Paradies vertrieben worden,
er lachte,
als er das sagte, und legte den Apfel auf den Teller.
Der Teller fiel plötzlich hinab,
der Boden knisterte, der Apfel rollte davon,
und zum Vorschein kam der Wurm,
der sich darin eingenistet hatte.
Er zeigte seine
eigene unausweichliche Version.


Επίσκεψη στο γιατρό

Και ξαφνικά είδα τρεις καλόγριες
στο σαλόνι του γιατρού μου
περίμεναν τη σειρά τους σιωπηλές
σκυφτές, κρυμμένες στα κατάμαυρα ράσα τους.
Τι είδους αρρώστια έχουνε οι δύστυχες, αναρωτήθηκα.
Εκείνες κοίταζαν συλλογισμένες
την πόρτα του ιατρείου
κάποια στιγμή βγήκε μια νοσοκόμα
με άσπρα και τις φώναξε
φορούσε κάτι τακούνια σαν στιλέτα
που ηχούσαν εκκωφαντικά στο πάτωμα.

Καθώς σηκώθηκαν οι καλόγριες είδα τις σκιές τους
η μια είχε τον ίσκιο ενός άγριου πάνθηρα
η δεύτερη ενός βυθισμένου καραβιού
η τρίτη έσερνε πίσω της
τη σκιά ενός κοντραμπάσου.
Παράξενη ασθένεια και πρωτάκουστη
να κουβαλάς ίσκιους που δεν σου ανήκουν
ξένες σκιές που δεν μπορείς να εξηγήσεις
να σέρνεις πίσω σου αλλότρια σκοτάδια.


Arztbesuch

Und plötzlich
sah ich drei Nonnen
im Wartezimmer meines Arztes,
die warteten schweigend darauf, dass sie an der Reihe waren,
gebeugt, verborgen unter ihren schwarzen Kutten.
Was haben die armen wohl für eine Art von Krankheit, fragte ich mich.
Besorgt sahen sie alle auf die Tür zum Sprechzimmer.
Einmal kam eine Krankenschwester
in Weiß und rief sie auf,
sie trug Schuhe mit Absätzen wie Dolche,
die klapperten hohl auf dem Boden.

Als die Nonnen aufstanden, sah ich ihre Schatten:
Die eine hatte den Schatten eines wilden Panters,
die zweite den eines gesunkenen Schiffes,
die dritte warf hinter sich
den Schatten eines Kontrabasses.
Eine seltsame und unerhörte Krankheit,
mit einem Schatten, der einem nicht gehört,
einem fremden Schatten, den man nicht erklären kann,
eine fremde Dunkelheit hinter sich herzuziehen.


Katerina Karizoni wurde in Thessaloniki geboren, wo sie auch die deutsche Schule besuchte. Sie studierte Wirtschaftswissenschaften und arbeitet dann fünfzehn Jahre bei der griechischen Staatsbank. Sie veröffentlichte Romane, Erzählungen, Gedichtbände, histo-rische Bildbände und Kinderbücher. Sie arbeitet mit verschiedenen Internetportalen zusam-men, wo sie Kritiken, Artikel und literarische Texze veröffentlicht. 1991 wurde sie für das Buch "1001 Nächte auf dem Balkan" mit dem 1. Preis der Vereinigung für griechische Kinderliteratur ausgezeichnet, 2009 erhielt sie den Preis der Zeitschrift Aulaia für ihr Gesamtwerk. Ihre Prosa und Gedichte wurden in verschiedene Sprachen des Balkans, ins Deutsche, Englische und Polnische übersetzt. Sie ist Mitglied des Schriftstellerverbandes in Thessaloniki.
Η Κατερίνα Καριζώνη γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησε στη Γερμανική Σχολή. Σπούδασε οικονομικά και κατόπιν εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικά βιβλία, ιστορικά λευκώματα και βιβλία για παιδιά. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας κριτικά σημειώματα, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα. Το 1991 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της "Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων". Το 2009 απέσπασε το βραβείο του περιοδικού "Αυλαία" για το σύνολο του έργου της. Κείμενα και ποιήματά της μεταφράστηκαν στις βαλκανικές γλώσσες, στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα πολωνικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Zurück zum Seiteninhalt